Καυστικό άρθρο Le Monde: «Ο Μερτς εξέθρεψε τη δυναμική της ακροδεξιάς»
«Το μάθημα για τον Καγκελάριο είναι σοβαρό... ο κ. Μερτς όχι μόνο δεν ανέκοψε τη δυναμική της ακροδεξιάς. Αντιθέτως, την εξέθρεψε».
Το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο, όχι, όμως, το εύρος του. Με το 44% των ψήφων που συγκέντρωσε στις περιφερειακές εκλογές της Κυριακής, η ακροδεξιά Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) υπερδιπλασίασε το ποσοστό που είχε λάβει το 2021. Στον αντίποδα, το κόμμα του Καγκελαρίου Μερτς, η ΄Ενωση Χριστιανοδημοκρατών (CDU) έπεσε στο 17%, δύο φορές κάτω από το ποσοστό που είχε πριν από 5 χρόνια.
Η εφημερίδα Le Monde σχολιάζει με ένα καυστικό κύριο άρθρο τη νίκη της ακροδεξιάς στο ανατολικό κρατίδιο της Σαξονίας-΄Ανχαλτ: «Ποτέ, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν είχε κερδίσει σε περιφερειακές εκλογές ένα ακροδεξιό κόμμα στην Γερμανία. Για τον κ. Μερτς είναι ένα πικρό ποτήρι . Όταν διεκδίκησε για πρώτη φορά την προεδρία του CDU το 2018 είχε παρουσιαστεί ως εκείνος που μπορούσε να μειώσει στο μισό τα ποσοστά της Afd. Οκτώ χρόνια μετά, η ακροδεξιά πιστώνεται με περίπου 28% στην πρόθεση ψήφου σε εθνική κλίμακα, όταν το CDU μετά βίας ξεπερνά το 20%. Το μάθημα για τον Καγκελάριο είναι σοβαρό: παρά τις αρκετά πιο συντηρητικές θέσεις που υιοθέτησε σε σύγκριση με την εποχή Μέρκελ και παρά το γεγονός πως αυστηροποίησε την μεταναστευτική πολιτική της Γερμανίας από τότε που εξελέγη στην Καγκελαρία το Μάϊο του 2025, ο κ. Μερτς δεν ανέκοψε την δυναμική της ακροδεξιάς. Αντιθέτως, την εξέθρεψε».
Το AfD δεν θέλει να «αποδαιμονοποιηθεί»
Η εφημερίδα, στην ίδια γραμμή με τις αναλύσεις της πλειοψηφίας του ευρωπαϊκού Τύπου, εκτιμά πως η ιστορική νίκη του Afd προοιωνίζεται κακή συνέχεια για το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα: «Ακόμη κι αν το Afd δεν κατάφερε να κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, η ιστορική νίκη του θα καταστήσει σχεδόν αδύνατο τον σχηματισμό ενός σταθερού συνασπισμού ενώ συγχρόνως θα θέσει σε σοβαρή δοκιμασία το «τείχος προστασίας» μεταξύ της ακροδεξιάς και των υπόλοιπων κομμάτων. Στους κόλπους του CDU η πίεση βρίσκεται στο ζενίθ και οι επόμενες εβδομάδες θα αποκαλύψουν πόσο θα αντέξει. Είναι προφανές πως μια συνεργασία με το Afd θα επέφερε τη ρήξη στο κόμμα του Κόνραντ Αντενάουερ, του Χέλμουτ Κολ και της ΄Ανγκελα Μέρκελ.
Σε αντίθεση με άλλα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη, το Afd δεν προσπάθησε ποτέ να «αποδαιμονοποιηθεί». Στο πρόγραμμά του για την Σαξονία-΄Ανχαλτ προτείνει την κατάργηση του ασύλου, τον αποκλεισμό των ανάπηρων μαθητών και των παιδιών των προσφύγων από τα σχολεία, την προώθηση «της παραδοσιακής οικογένειας που αποτελείται από πατέρα, μητέρα και όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά» και την αναθεώρηση της διδασκαλίας της Ιστορίας για «να σταματήσει ο εθνικός μαζοχισμός και η διαιώνιση της νεύρωσης για το ναζισμό».
Ο Πούτιν και ο Τραμπ τρίβουν τα χέρια τους
«Δυο άνδρες τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση μετά το εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής», θεωρεί η εφημερίδα. «Πρώτα ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν που βλέπει πως η πρώτη ευρωπαϊκή οικονομική δύναμη παρακολουθεί την προέλαση ενός κόμματος που θέλει να άρει τις κυρώσεις κατά της Μόσχας, να σταματήσει να στηρίζει το Κίεβο και να ξαναρχίσει να αγοράζει αέριο από τη Ρωσία. Ακολουθεί ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και το στρατόπεδό του που δεν παύουν να καταγγέλλουν τον εξοστρακισμό των ευρωπαϊκών εθνικιστικών κομμάτων και να παρουσιάζουν το Afd ως μια δύναμη που άδικα παραμένει εκτός εξουσίας».
Το συμπέρασμα για το άρθρο είναι σαφές: «Εύκολα θα έμπαινε κάποιος στον πειρασμό να καθησυχάσει τα πνεύματα υπενθυμίζοντας πως το εκλογικό αποτέλεσμα αφορά μια περιοχή με 2,1 εκατομμύρια κατοίκους που αντιπροσωπεύουν μόλις το 2,5% του πληθυσμού της Γερμανίας. Θα ήταν λάθος. Όταν ένα τέτοιο κόμμα συγκεντρώνει σχεδόν τις μισές ψήφους υπερασπιζόμενο ένα πρόγραμμα τόσο ριζοσπαστικό, ξενοφοβικό και εθνικιστικό την ώρα που το βασικό κυβερνητικό κόμμα βυθίζεται, δεν μιλάμε για ένα τοπικό ατύχημα. Μιλάμε για το πολιτικό μοντέλο της μεταπολεμικής Γερμανίας που θεμελιώθηκε στην συναίνεση και την απόρριψη των άκρων το οποίο τώρα κλυδωνίζεται. Και γι΄ αυτό το λόγο, ολόκληρη η Ευρώπη πρέπει να ανησυχεί», καταλήγει.